Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
threatened
01
απειλούμενος, σε κίνδυνο εξαφάνισης
(of plant or animal) at risk of extinction due to various factors such as habitat loss, overhunting, or climate change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most threatened
συγκριτικός βαθμός
more threatened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Deforestation has made many forest-dwelling species threatened and vulnerable.
Η αποψίλωση των δασών έχει κάνει πολλά δασικά είδη απειλούμενα και ευάλωτα.
Λεξικό Δέντρο
threatened
threaten



























