Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
threadbare
01
φθαρμένος, κλισέ
tired, overused, or lacking in freshness or originality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most threadbare
συγκριτικός βαθμός
more threadbare
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's threadbare excuses for his absence failed to convince the voters, who saw through his insincerity.
Οι κλισέ δικαιολογίες του πολιτικού για την απουσία του απέτυχαν να πείσουν τους ψηφοφόρους, οι οποίοι είδαν την αναληθή του συμπεριφορά.
Λεξικό Δέντρο
threadbare
thread
bare



























