threadbare
thread
ˈθrɛd
thred
bare
ˌbeə
be

Ορισμός και σημασία του "threadbare"στα αγγλικά

threadbare
01

φθαρμένος, κλισέ

tired, overused, or lacking in freshness or originality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most threadbare
συγκριτικός βαθμός
more threadbare
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's threadbare excuses for his absence failed to convince the voters, who saw through his insincerity. 

Οι κλισέ δικαιολογίες του πολιτικού για την απουσία του απέτυχαν να πείσουν τους ψηφοφόρους, οι οποίοι είδαν την αναληθή του συμπεριφορά.

02

ξεφτισμένος, φθαρμένος

worn out and thin to the point of becoming tattered 
Παραδείγματα
He wrapped himself in a threadbare blanket that barely kept the cold out. 

Τυλίχτηκε σε μια φθαρμένη κουβέρτα που μετά βίας τον προστάτευε από το κρύο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store