Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thrash out
[phrase form: thrash]
01
συζητώ εντατικά, συζητώ σε βάθος
to have an intense discussion to solve a problem or reach an agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
thrash
ενεστώτας
thrash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrashes out
ενεστώτα μετοχή
thrashing out
απλός αόριστος
thrashed out
παθητική μετοχή
thrashed out
Παραδείγματα
They spent hours thrashing out the details of the contract.
Πέρασαν ώρες συζητώντας τις λεπτομέρειες της σύμβασης.



























