thoughtless
thought
ˈθɔ:t
thawt
less
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "thoughtless"στα αγγλικά

thoughtless
01

απερίσκεπτος, αδιάφορος

acting without considering the consequences or the feelings of others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thoughtless
συγκριτικός βαθμός
more thoughtless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His thoughtless comment hurt her feelings. 

Το απερίσκεπτο σχόλιό του πλήγωσε τα συναισθήματά της.

02

απερίσκεπτος, αδιάφορος

without care or thought for others 

Λεξικό Δέντρο

thoughtlessly
thoughtlessness
thoughtless
thought
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store