Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thoughtless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thoughtless
συγκριτικός βαθμός
more thoughtless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, social
Παραδείγματα
His thoughtless comment hurt her feelings.
Το απερίσκεπτο σχόλιό του πλήγωσε τα συναισθήματά της.
02
απερίσκεπτος, αδιάφορος
without care or thought for others
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
thoughtlessly
thoughtlessness
thoughtless
thought



























