acquisitive
acq
ˈək
ēk
ui
vi
si
zi
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "acquisitive"στα αγγλικά

acquisitive
01

κτητικός, άπληστος

having a strong desire or tendency to obtain, collect, or possess things, often material possessions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acquisitive
συγκριτικός βαθμός
more acquisitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The acquisitive collector eagerly sought out rare and valuable coins to add to their extensive collection. 

Ο συλλεκτικός συλλέκτης αναζητούσε με ενθουσιασμό σπάνια και πολύτιμα νομίσματα για να τα προσθέσει στη μεγάλη του συλλογή.

02

αποκτητικός, σε αναζήτηση εξαγορών

(of a company) often buying other companies to expand its business 
Παραδείγματα
The company's acquisitive strategy involves acquiring other businesses to diversify its product offerings. 

Η αποκτητική στρατηγική της εταιρείας περιλαμβάνει την απόκτηση άλλων επιχειρήσεων για να διαφοροποιήσει τις προσφορές προϊόντων της.

Λεξικό Δέντρο

acquisitiveness
unacquisitive
acquisitive
acquire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store