Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Third base
01
τρίτη βάση, τρίτη βάση
the base that a baserunner must touch third in order to score a run
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
third bases
Παραδείγματα
He slid into third base just ahead of the throw.
Γλίστρησε στην τρίτη βάση λίγο πριν από τη ρίψη.
02
τρίτη βάση, τρίτη θέση
a fielding position in the infield responsible for fielding ground balls, making throws to bases, and defending against bunts
Παραδείγματα
Being at third base involves anticipating plays and positioning oneself to field ground balls.
Το να βρίσκεσαι στην τρίτη βάση περιλαμβάνει την πρόβλεψη παιχνιδιών και τοποθέτηση του εαυτού σου για να πιάσεις μπάλες στο έδαφος.



























