Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thicken
01
παχύνω, ενισχύω
to increase the dimension of something
Transitive: to thicken sth
Παραδείγματα
The designer decided to thicken the walls of the building to enhance its structural integrity.
Ο σχεδιαστής αποφάσισε να παχύνει τους τοίχους του κτιρίου για να ενισχύσει τη δομική του ακεραιότητα.
02
πυκνώνω, γίνομαι πιο πυκνός
to become more viscous or dense
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thicken
γ΄ ενικό πρόσωπο
thickens
ενεστώτα μετοχή
thickening
απλός αόριστος
thickened
παθητική μετοχή
thickened
Παραδείγματα
As the gravy cooked, it began to thicken, reaching the desired consistency.
Καθώς μαγειρευόταν η σάλτσα, άρχισε να πυκνώνει, φτάνοντας στην επιθυμητή σύσταση.
03
πυκνώνω, κάνω πιο πυκνό
to make a substance more dense
Transitive: to thicken a substance
Παραδείγματα
She adds flour to the sauce to thicken it.
Προσθέτει αλεύρι στη σάλτσα για να την πυκνώσει.
Λεξικό Δέντρο
thickened
thickener
thickening
thicken



























