bimodal
bi
baɪ
bai
mo
ˈməʊ
mew
dal
dəl
dēl
yodelmodal

Ορισμός και σημασία του "bimodal"στα αγγλικά

01

διτροπικός, με δύο τρόπους

having or involving two distinct modes, peaks, or most frequent values 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bimodal distribution of exam scores indicated two groups of students with different performance levels. 

Η διτροπική κατανομή των βαθμών των εξετάσεων υποδείκνυε δύο ομάδες μαθητών με διαφορετικά επίπεδα απόδοσης.

Λεξικό Δέντρο

bimodal
modal
mod
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store