Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bimodal
01
διτροπικός, με δύο τρόπους
having or involving two distinct modes, peaks, or most frequent values
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bimodal distribution of exam scores indicated two groups of students with different performance levels.
Η διτροπική κατανομή των βαθμών των εξετάσεων υποδείκνυε δύο ομάδες μαθητών με διαφορετικά επίπεδα απόδοσης.



























