textile
tex
ˈtɛks
teks
tile
taɪl
tail

Ορισμός και σημασία του "textile"στα αγγλικά

01

κλωστοϋφαντουργικό, ύφασμα

any type of knitted, felted or woven cloth 
textile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
textiles
Παραδείγματα
The factory produces high-quality textiles for clothing. 

Το εργοστάσιο παράγει υψηλής ποιότητας υφάσματα για ρούχα.

01

υφαντουργικός, σχετικός με τα υφάσματα

of or relating to fabrics or fabric making 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, manufacturing, industry

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store