Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Testosterone
01
τεστοστερόνη
a hormone related to gender that is produced by male body to develop typical male features
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























