Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to terrify
01
τρομάζω, φρικάρω
to cause extreme fear in someone
Transitive: to terrify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
terrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
terrifies
ενεστώτα μετοχή
terrifying
απλός αόριστος
terrified
παθητική μετοχή
terrified
Παραδείγματα
The howling of the wind during the storm terrified the young child.
Ουρλιαχτό του ανέμου κατά τη διάρκεια της καταιγίδας τρομοκράτησε το μικρό παιδί.
Λεξικό Δέντρο
terrified
terrifying
terrify



























