to terrify
te
ˈtɛ
te
rri
ri
fy
ˌfaɪ
fai
clarifyverifyrarefy

Ορισμός και σημασία του "terrify"στα αγγλικά

to terrify
01

τρομάζω, φρικάρω

to cause extreme fear in someone 
Transitive: to terrify sb
to terrify definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
terrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
terrifies
ενεστώτα μετοχή
terrifying
απλός αόριστος
terrified
παθητική μετοχή
terrified
Παραδείγματα
The sight of the enormous spider lurking in the corner terrified the arachnophobe. 

Η θέα της τεράστιας αράχνης που κρυβόταν στη γωνία τρομοκράτησε τον αραχνοφοβικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

terrified
terrifying
terrify
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store