Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to terrify
01
τρομάζω, φρικάρω
to cause extreme fear in someone
Transitive: to terrify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
terrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
terrifies
ενεστώτα μετοχή
terrifying
απλός αόριστος
terrified
παθητική μετοχή
terrified
Παραδείγματα
The sight of the enormous spider lurking in the corner terrified the arachnophobe.
Η θέα της τεράστιας αράχνης που κρυβόταν στη γωνία τρομοκράτησε τον αραχνοφοβικό.
Λεξικό Δέντρο
terrified
terrifying
terrify



























