to terrify
Pronunciation
/ˈtɛɹəˌfaɪ/

Ορισμός και σημασία του "terrify"στα αγγλικά

to terrify
01

τρομάζω, φρικάρω

to cause extreme fear in someone
Transitive: to terrify sb
to terrify definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
terrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
terrifies
ενεστώτα μετοχή
terrifying
απλός αόριστος
terrified
παθητική μετοχή
terrified
Παραδείγματα
The howling of the wind during the storm terrified the young child.
Ουρλιαχτό του ανέμου κατά τη διάρκεια της καταιγίδας τρομοκράτησε το μικρό παιδί.

Λεξικό Δέντρο

terrified
terrifying
terrify
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store