tensile
ten
ˈtɛn
ten
sile
saɪl
sail
utensilmensalcommensal

Ορισμός και σημασία του "tensile"στα αγγλικά

01

εφελκυστικός, τενσιλ

relating to, caused by, or capable of producing tension 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bridge's cables were designed to withstand extreme tensile forces. 

Τα καλώτια της γέφυρας σχεδιάστηκαν να αντέχουν ακραίες εφελκυστικές δυνάμεις.

02

επεκτάσιμος, ελαστικός

capable of being stretched or drawn out without breaking 
Παραδείγματα
The silk thread is highly tensile, allowing it to stretch without snapping. 

Το μεταξωτό νήμα είναι ιδιαίτερα ελαστικό, επιτρέποντάς του να τεντώνεται χωρίς να σπάσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store