tempter
Pronunciation
/tˈɛmptɚ/

Ορισμός και σημασία του "tempter"στα αγγλικά

01

πειραστής, αποπλανητής

a person who encourages others to make choices that might not be the best or safest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tempters

Λεξικό Δέντρο

tempter
tempt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store