Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tectonic
01
τεκτονικός, σχετικός με την κίνηση και τη διάταξη του φλοιού της Γης
relating to the movement and arrangement of the Earth's crust
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Tectonic activity along fault lines can result in earthquakes and volcanic eruptions.
Η τεκτονική δραστηριότητα κατά μήκος των ρηγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε σεισμούς και ηφαιστειακές εκρήξεις.
02
τεκτονικός, αρχιτεκτονικός
of or pertaining to construction or architecture
Λεξικό Δέντρο
tectonic
tecton



























