Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Technique
01
τεχνική
a specific method of carrying out an activity that requires special skills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
techniques
Παραδείγματα
The athlete 's training regimen focused on perfecting her sprinting technique.
Το πρόγραμμα προπόνησης του αθλητή επικεντρώθηκε στην τελειοποίηση της τεχνικής του sprint.
02
τεχνική, δεξιότητα
skillfulness in the command of fundamentals deriving from practice and familiarity



























