Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tanned
01
μαυρισμένος, ηλιοκαμένος
(of skin) having a dark shade because of direct exposure to sunlight
Παραδείγματα
His arms were tanned from working in the garden every weekend.
Τα χέρια του ήταν μαυρισμένα από τη δουλειά στον κήπο κάθε Σαββατοκύριακο.
02
δερματοποιημένος, επεξεργασμένος με δερματοποιητικό
converted to leather by a tanning agent



























