Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tanker
01
δεξαμενόπλοιο, νευταγωγό
a ship, aircraft, or road vehicle for carrying liquids, particularly crude oil or gas in large quantities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tankers
Παραδείγματα
The tanker ship transported crude oil across the ocean to refineries.
Το δεξαμενόπλοιο μετέφερε αργό πετρέλαιο στον ωκεανό προς τα διυλιστήρια.
02
τεθωρακισμένος, χειριστής άρματος
a member of an armored unit who operates or drives a military tank
Παραδείγματα
The tanker maneuvered his vehicle through the battlefield.
Ο αρματιστής ελιγμούσε το όχημά του μέσα στο πεδίο μάχης.



























