Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tallith
01
ταλλίθ, προσευχητικό σάλι
a fringed garment traditionally worn by Jewish people during prayer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
talliths



























