tactile
tac
ˈtæk
tāk
tile
taɪl
tail
tractile

Ορισμός και σημασία του "tactile"στα αγγλικά

01

απτικός, σχετικός με την αφή

relating to the sense of touch or the ability to perceive objects by touch 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist explored the tactile qualities of different materials, using touch as a primary means of expression in her sculptures. 

Η καλλιτέχνης εξερεύνησε τις απτικές ιδιότητες διαφορετικών υλικών, χρησιμοποιώντας την αφή ως κύριο μέσο έκφρασης στα γλυπτά της.

02

απτικός, που παράγει μια αίσθηση αφής

producing a sensation of touch 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store