syndrome
synd
ˈsɪnd
sind
rome
rəʊm
rewm

Ορισμός και σημασία του "syndrome"στα αγγλικά

01

σύνδρομο

a group of medical signs that indicate a person is suffering from a particular disease or condition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
syndromes
Παραδείγματα
Down syndrome is a genetic disorder characterized by intellectual disability and distinctive facial features. 

Το σύνδρομο Down είναι μια γενετική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από διανοητική αναπηρία και διακριτικά χαρακτηριστικά προσώπου.

02

σύνδρομο, σύνολο χαρακτηριστικών

a set of characteristics, behaviors, or qualities commonly observed in a specific situation or group of individuals 
Παραδείγματα
The "Stockholm Syndrome" is a well-known psychological phenomenon where hostages develop a bond with their captors. 

Το "σύνδρομο της Στοκχόλμης" είναι ένα γνωστό ψυχολογικό φαινόμενο όπου οι όμηροι αναπτύσσουν δεσμό με τους απαγωγείς τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store