Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Syncope
01
συγκοπή, λιποθυμία
a brief loss of consciousness caused by a temporary drop in blood flow to the brain
Παραδείγματα
The doctor diagnosed him with syncope after he collapsed during the workout.
Ο γιατρός του διέγνωσε λιποθυμία αφού κατέρρευσε κατά την προπόνηση.
02
συγκοπή, φωνητική παράλειψη
(phonetics) the omission or loss of one or more sounds from the pronunciation of a word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
syncopes



























