syncopated
syn
ˈsɪn
sin
co
kə
kē
pa
peɪ
pei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "syncopated"στα αγγλικά

syncopated
01

συγκοπτόμενος, με ρυθμό που τονίζεται σε απροσδόκητες θέσεις

having a rhythm with stressed beats in unexpected or offbeat places 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most syncopated
συγκριτικός βαθμός
more syncopated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
music, rhythm, performance
Παραδείγματα
The syncopated rhythm added energy to the song. 

Ο συγκοπτικός ρυθμός πρόσθεσε ενέργεια στο τραγούδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

syncopated
syncopate
syncop
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store