Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
syncopated
01
συγκοπτόμενος, με ρυθμό που τονίζεται σε απροσδόκητες θέσεις
having a rhythm with stressed beats in unexpected or offbeat places
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most syncopated
συγκριτικός βαθμός
more syncopated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The syncopated tempo made the dance more exciting.
Ο συγκοπισμένος ρυθμός έκανε τον χορό πιο συναρπαστικό.
Λεξικό Δέντρο
syncopated
syncopate
syncop



























