symphony
sym
ˈsɪm
sim
pho
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "symphony"στα αγγλικά

01

συμφωνία

a long and sophisticated musical composition written for a large orchestra, in three or four movements 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
symphonies
Παραδείγματα
The orchestra's rendition of Beethoven's Ninth Symphony was truly captivating. 

Η ερμηνεία της Ένατης Συμφωνίας του Μπετόβεν από την ορχήστρα ήταν πραγματικά συναρπαστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

symphonious
symphony
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store