Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
symphonic
01
συμφωνικός, σχετικός με μια συμφωνία
connected with or in form of a symphony
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concert featured a brilliant symphonic performance by the city's orchestra.
Η συναυλία περιελάμβανε μια λαμπρή συμφωνική παράσταση από την ορχήστρα της πόλης.
02
συμφωνικός, αρμονικός
referring to sounds that blend harmoniously together
Παραδείγματα
The forest, filled with chirping crickets and rustling leaves, was a symphonic retreat.
Το δάσος, γεμάτο με τριζόνια γρύλων και θρόισμα φύλλων, ήταν μια συμφωνική υποχώρηση.
Λεξικό Δέντρο
symphonic
symphon



























