symphonic
sym
sɪm
sim
pho
ˈfɒ
fo
nic
nɪk
nik
pharaonicembryonicpneumoniccatatonic

Ορισμός και σημασία του "symphonic"στα αγγλικά

01

συμφωνικός, σχετικός με μια συμφωνία

connected with or in form of a symphony 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concert featured a brilliant symphonic performance by the city's orchestra. 

Η συναυλία περιελάμβανε μια λαμπρή συμφωνική παράσταση από την ορχήστρα της πόλης.

02

συμφωνικός, αρμονικός

referring to sounds that blend harmoniously together 
Παραδείγματα
The forest, filled with chirping crickets and rustling leaves, was a symphonic retreat. 

Το δάσος, γεμάτο με τριζόνια γρύλων και θρόισμα φύλλων, ήταν μια συμφωνική υποχώρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store