swordplay
sword
ˈsɔ:d
sawd
play
pleɪ
plei

Ορισμός και σημασία του "swordplay"στα αγγλικά

01

ξιφασκία, παιχνίδι με σπαθιά

the skill or art of using a sword, typically in combat or as a sport 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He practiced swordplay with a fencing coach to prepare for tournaments. 

Εξασκήθηκε στην ξιφασκία με έναν προπονητή για να προετοιμαστεί για τουρνουά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store