Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swoop
01
εφορμώ, καταδύομαι
to move quickly and suddenly downward through the air
Παραδείγματα
With incredible speed, the eagle swooped down, catching a rabbit in its sharp talons.
Με απίστευτη ταχύτητα, ο αετός έπεσε, πιάνοντας ένα κουνέλι στα κοφτερά του νύχια.
02
επιτίθεμαι, εφορμώ
to quickly and unexpectedly attack a group or place to surround and capture them
Transitive: to swoop on sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swoop
γ΄ ενικό πρόσωπο
swoops
ενεστώτα μετοχή
swooping
απλός αόριστος
swooped
παθητική μετοχή
swooped
Παραδείγματα
A cybersecurity team swiftly swooped on hackers attempting to breach the network
Μια ομάδα κυβερνοασφάλειας επιτέθηκε γρήγορα σε χάκερς που προσπαθούσαν να παραβιάσουν το δίκτυο.
03
περνώ να σε πάρω, έρχομαι να σε πάρω
to give someone a ride or to pick someone up in a vehicle
slang
Παραδείγματα
They swooped in with their SUV to save us from the rain.
Έφτασαν με το SUV τους για να μας σώσουν από τη βροχή.
Swoop
01
γρήγορη ολίσθηση, γρήγορο γκλισάντο
(music) rapid sliding up or down the musical scale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swoops
02
βουτιά, αιφνίδια πτώση
a rapid and sudden drop from the sky
Παραδείγματα
The hawk 's swoop was so swift that its target had no time to react.
Η βουτιά του γερακιού ήταν τόσο γρήγορη που ο στόχος του δεν είχε χρόνο να αντιδράσει.
03
επιδρομή, γρήγορη επιδρομή
a very rapid raid



























