Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swoop
01
εφορμώ, καταδύομαι
to move quickly and suddenly downward through the air
Παραδείγματα
The eagle swoops down to catch its prey.
Ο αετός καταδύεται για να πιάσει το θήραμά του.
02
επιτίθεμαι, εφορμώ
to quickly and unexpectedly attack a group or place to surround and capture them
Transitive: to swoop on sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swoop
γ΄ ενικό πρόσωπο
swoops
ενεστώτα μετοχή
swooping
απλός αόριστος
swooped
παθητική μετοχή
swooped
Παραδείγματα
Law enforcement agencies coordinated a series of raids, swooping on suspected drug traffickers across the city.
Οι αρχές επιβολής του νόμου συντονίστηκαν για μια σειρά επιδρομών, επιτέθηκαν σε ύποπτους εμπόρους ναρκωτικών σε όλη την πόλη.
03
περνώ να σε πάρω, έρχομαι να σε πάρω
to give someone a ride or to pick someone up in a vehicle
αργκό
Παραδείγματα
Since your car's in the shop, I'll swoop in 10.
Αφού το αυτοκίνητό σου είναι στο συνεργείο, θα περάσω να σε πάρω σε 10 λεπτά.
Swoop
01
γρήγορη ολίσθηση, γρήγορο γκλισάντο
(music) rapid sliding up or down the musical scale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swoops
02
βουτιά, αιφνίδια πτώση
a rapid and sudden drop from the sky
Παραδείγματα
The eagle made a graceful swoop down from its perch to catch its prey.
Ο αετός έκανε μια κομψή βουτιά από το κούρνιασμά του για να πιάσει το θήραμά του.
03
επιδρομή, γρήγορη επιδρομή
a very rapid raid



























