switchboard
switch
swɪʧ
svich
board
bɔ:d
bawd

Ορισμός και σημασία του "switchboard"στα αγγλικά

01

τηλεφωνικό κέντρο, πίνακας διακόπτων

the central part of a phone system by which phone calls in a hotel, office, etc. are answered and put through 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
switchboards
Παραδείγματα
The receptionist answered the phone and transferred the call through the switchboard. 

Η ρεσεψιονίστ απάντησε στο τηλέφωνο και μετέφερε την κλήση μέσω της κεντρικής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store