swimsuit
swim
swɪm
σουιμ
suit
sju:t
σγουτ

Ορισμός και σημασία του "swimsuit"στα αγγλικά

01

μαγιό, στολή κολύμβησης

a piece of clothing worn for swimming, especially by women and girls 
swimsuit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
swimsuits
Παραδείγματα
He enjoys wearing his swimsuit at the water park on hot summer days. 

Απολαμβάνει να φοράει το μαγιό του στο υδροπάρκο τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

swimsuit

swim

+

suit

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store