bicentennial
bi
ˌbaɪ
μπαι
cen
sɛn
σεν
te
ˈtɛ
τε
nnial
niəl
νιαλ
/ba‍ɪsɪntˈɛnɪəl/

Ορισμός και σημασία του "bicentennial"στα αγγλικά

01

διακοσαετηρίδα, διακοσιοστή επέτειος

the 200th anniversary of an event or occasion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bicentennials
bicentennial
01

διακοσιοστός, διακοσιοετηρίδα

of or relating to or completing a period of 200 years
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

bicentennial
centennial
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store