bickering
bi
ˈbɪ
bi
cke
ring
rɪng
ring
flickering

Ορισμός και σημασία του "bickering"στα αγγλικά

01

τσακωμός, καβγάς

argument over unimportant things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bickering
bicker
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store