Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bicker
01
καβγαδίζω, τσακώνομαι
to argue over unimportant things in an ongoing and repetitive way
Intransitive: to bicker | to bicker about sth | to bicker over sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bicker
γ΄ ενικό πρόσωπο
bickers
ενεστώτα μετοχή
bickering
απλός αόριστος
bickered
παθητική μετοχή
bickered
Παραδείγματα
Neighbors would often bicker about parking spaces, causing tension in the community.
Οι γείτονες συχνά τσακώνονταν για θέσεις στάθμευσης, προκαλώντας ένταση στην κοινότητα.
Bicker
01
φιλονικία, τσακωμός
a minor, often repeated argument over trivial matters
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bickers
Παραδείγματα
Long car rides always spark a bit of bicker between back-seat passengers.
Οι μεγάλες διαδρομές με αυτοκίνητο προκαλούν πάντα λίγο φιλονικία μεταξύ των επιβατών στο πίσω κάθισμα.
Λεξικό Δέντρο
bickering
bicker



























