bicameral
bi
baɪ
bai
ca
ˈkæ
me
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "bicameral"στα αγγλικά

01

αμφιθαλάμιος, διθάλαμος

referring to a government structure where lawmaking power is divided between two distinct assemblies 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
government, politics, law
Παραδείγματα
Many democratic nations adopt a bicameral system to balance regional and population-based representation. 

Πολλά δημοκρατικά έθνη υιοθετούν ένα διθάλαμο σύστημα για την εξισορρόπηση της περιφερειακής και πληθυσμιακής αντιπροσώπευσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store