Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bibliothec
01
βιβλιοθηκάριος
a professional person trained in library science and engaged in library services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bibliothecs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bibliothecal
bibliothec



























