to swathe
swathe
sweɪð
sveidh
spathescathe

Ορισμός και σημασία του "swathe"στα αγγλικά

to swathe
01

τυλίγω, καλύπτω

to wrap or cover something with a long piece of cloth or material 
Transitive: to swathe sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
swathes
ενεστώτα μετοχή
swathing
απλός αόριστος
swathed
παθητική μετοχή
swathed
Παραδείγματα
The gardener carefully swathed the young tree in burlap to protect it from frost. 

Ο κηπουρός τύλιξε προσεκτικά το νεαρό δέντρο με τσόχα για να το προστατεύσει από τον παγετό.

01

περιτύλιγμα, επιδέσμος τυλίγματος

an enveloping bandage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swathes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store