Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swathe
01
τυλίγω, καλύπτω
to wrap or cover something with a long piece of cloth or material
Transitive: to swathe sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
swathes
ενεστώτα μετοχή
swathing
απλός αόριστος
swathed
παθητική μετοχή
swathed
Παραδείγματα
The newborn was swathed in a soft blanket, snug and warm.
Το νεογέννητο ήταν τυλιγμένο σε μια μαλακή κουβέρτα, ζεστό και άνετο.
Swathe
01
περιτύλιγμα, επιδέσμος τυλίγματος
an enveloping bandage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swathes



























