Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suspiciously
01
ύποπτα, με τρόπο που προκαλεί αμφιβολίες
in a way that seems unusual or causes others to feel doubt or concern
Παραδείγματα
They were walking suspiciously close to the restricted area.
Περπατούσαν ύποπτα κοντά στην απαγορευμένη ζώνη.
02
καχύποπτα, με δυσπιστία
in a manner that shows mistrust or doubt about someone's intentions or actions
Παραδείγματα
She backed away suspiciously when he offered her a drink she did n't see him pour.
Κόλλησε ύποπτα πίσω όταν της πρόσφερε ένα ποτό που δεν τον είδε να το χύνει.
03
ύποπτα, με ύποπτο τρόπο
in a way that makes something seem likely or probable, even if not certain
Παραδείγματα
The voice on the phone sounded suspiciously like her brother trying to disguise himself.
Η φωνή στο τηλέφωνο ακουγόταν ύποπτα σαν του αδελφού της που προσπαθούσε να μεταμφιεστεί.
Λεξικό Δέντρο
suspiciously
suspicious
suspect



























