Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suspicion
01
υποψία, δυσπιστία
a feeling of doubt or mistrust towards someone or something, often without concrete evidence or proof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suspicions
Παραδείγματα
The community was filled with suspicion about the new mayor ’s intentions.
Η κοινότητα ήταν γεμάτη υποψίες για τις προθέσεις του νέου δημάρχου.
02
υποψία, δυσπιστία
doubt about someone's honesty
03
ύποψη, δυσπιστία
being of a suspicious nature
04
ύποπτο
the state of being suspected



























