Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suspenseful
01
γερματικό, γεμάτο αγωνία
creating a sense of tension, excitement, or anticipation, often by withholding information or revealing it gradually
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suspenseful
συγκριτικός βαθμός
more suspenseful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The suspenseful pause before the big reveal left the audience guessing until the last moment.
Η αγωνιώδης παύση πριν από τη μεγάλη αποκάλυψη άφησε το κοινό να μαντεύει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Λεξικό Δέντρο
suspenseful
suspense
suspend



























