suspenseful
sus
ˈsəs
sēs
pen
pɛn
pen
seful
sfəl
sfēl

Ορισμός και σημασία του "suspenseful"στα αγγλικά

suspenseful
01

γερματικό, γεμάτο αγωνία

creating a sense of tension, excitement, or anticipation, often by withholding information or revealing it gradually 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suspenseful
συγκριτικός βαθμός
more suspenseful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The suspenseful novel had readers eagerly turning pages to find out what would happen next. 

Το σασπένς μυθιστόρημα είχε τους αναγνώστες να γυρίζουν με ανυπομονησία τις σελίδες για να μάθουν τι θα συμβεί στη συνέχεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store