suspenseful
sus
ˈsəs
σασ
pen
pɛn
πεν
seful
sfəl
σφαλ
/səspˈɛnsfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "suspenseful"στα αγγλικά

suspenseful
01

γερματικό, γεμάτο αγωνία

creating a sense of tension, excitement, or anticipation, often by withholding information or revealing it gradually
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suspenseful
συγκριτικός βαθμός
more suspenseful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The suspenseful pause before the big reveal left the audience guessing until the last moment.
Η αγωνιώδης παύση πριν από τη μεγάλη αποκάλυψη άφησε το κοινό να μαντεύει μέχρι την τελευταία στιγμή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store