Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bib
01
σαλιάρα, ποδιά
a piece of cloth or plastic fastened at the neck of a child to protect its clothes when eating or drinking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bibs
Παραδείγματα
She packed an extra bib in the diaper bag, just in case of any messy emergencies.
Συσκεύασε ένα επιπλέον σαλιάρα στην τσάντα πάνας, σε περίπτωση κάποιας βρώμικης έκτακτης ανάγκης.
02
μπιμπ, στηθόδεσμος
the upper section of an apron that covers the chest
Παραδείγματα
The bib extended from the waist to the chest.
Το ποδιά εκτεινόταν από τη μέση στο στήθος.
to bib
01
πίνω μικρές γουλιές, πίνω αργά
to drink small amounts of a beverage steadily or over a period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bib
γ΄ ενικό πρόσωπο
bibs
ενεστώτα μετοχή
bibbing
απλός αόριστος
bibbed
παθητική μετοχή
bibbed
Παραδείγματα
She bibbed coffee to stay alert.
Αυτή προσέπινε καφέ για να παραμείνει σε εγρήγορση.
Λεξικό Δέντρο
bibless
bib



























