Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surveyor
01
τοπογράφος, γεωμέτρης
a professional who measures and maps land to determine boundaries and features
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surveyors
02
ερευνητής, τοπογράφος
a specialist who collects statistical information by examining an area or structure
Λεξικό Δέντρο
surveyor
survey



























