surveillance
sur
σα
vei
ˈveɪ
βει
llance
ləns
λανσ
multivalencevalence

Ορισμός και σημασία του "surveillance"στα αγγλικά

01

παρακολούθηση, επίβλεψη

the act of monitoring a person or place, especially by the police 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The police increased surveillance in the neighborhood after a series of burglaries. 

Η αστυνομία αύξησε την επίβλεψη στη γειτονιά μετά από μια σειρά κλοπών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

surveillance
surveil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store