Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surveying
01
τοπογραφία, χωρομέτρηση
the practice of measuring angles and distances on the ground so that they can be accurately plotted on a map
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
surveying
survey



























