Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surrounding
01
περιβάλλον, γειτονικός
existing or situated all around something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surrounding hills provided a picturesque backdrop to the village.
Οι γύρω λόφοι προσέφεραν μια γραφική φόντο στο χωριό.
Λεξικό Δέντρο
surrounding
surround



























