Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surrounding
01
περιβάλλον, γειτονικός
existing or situated all around something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surrounding neighborhood was quiet and peaceful.
Η γύρω γειτονιά ήταν ήσυχη και ειρηνική.
Λεξικό Δέντρο
surrounding
surround



























