surrounding
Pronunciation
/sɝˈaʊndɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "surrounding"στα αγγλικά

surrounding
01

περιβάλλον, γειτονικός

existing or situated all around something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surrounding neighborhood was quiet and peaceful.
Η γύρω γειτονιά ήταν ήσυχη και ειρηνική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store