Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to surfeit
01
υπερχορταίνω, υπερβολικά τροφοδοτώ
to provide in excessive amounts, often leading to discomfort or disgust
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
surfeit
γ΄ ενικό πρόσωπο
surfeits
ενεστώτα μετοχή
surfeiting
απλός αόριστος
surfeited
παθητική μετοχή
surfeited
Παραδείγματα
Overexposure to advertisements surfeited the audience.
Η υπερβολική έκθεση σε διαφημίσεις κορέστησε το κοινό.
02
υπερτρώω, υπερπίνω
to indulge excessively in eating or drinking
Παραδείγματα
The children surfeited on candy after Halloween.
Τα παιδιά χορτάσαν γλυκά μετά το Halloween.
Surfeit
01
υπερβολή, αδηφαγία
excessive indulgence in food or drink
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surfeits
Παραδείγματα
She regretted her surfeit after the rich dessert course.
Λυπήθηκε για την υπερβολή της μετά το πλούσιο επιδόρπιο.
02
υπερβολή, υπερπληθώρα
an excessive quantity of something, often causing a drop in value or usefulness
Παραδείγματα
The surfeit of housing options depressed rental prices.
Η υπερβολή επιλογών κατοικίας κατέστειλε τις τιμές ενοικίασης.
03
υπερβολή, υπερπληθώρα
an overabundance of anything
Παραδείγματα
Surfeit of information made the lecture difficult to follow.
Υπερβολή πληροφοριών έκανε τη διάλεξη δύσκολη να ακολουθηθεί.



























