Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suprematism
01
σουπρεματισμός, κίνημα σουπρεματιστών
an early 20th-century art movement in Russia that created abstract works using basic geometric shapes in a limited range of colors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
suprematisms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
suprematism
supremat



























