suppositional
Pronunciation
/sˌʌpəzˈɪʃənəl/

Ορισμός και σημασία του "suppositional"στα αγγλικά

suppositional
01

υποθετικός, εικαστικός

based on an assumption, theory, or guess rather than verified facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suppositional
συγκριτικός βαθμός
more suppositional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The report was dismissed because it was too suppositional to be reliable.
Η έκθεση απορρίφθηκε επειδή ήταν πολύ εικαστική για να είναι αξιόπιστη.

Λεξικό Δέντρο

suppositional
supposition
suppose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store