supplicant
supp
ˈsʌp
sap
li
li
cant
kənt
kēnt
supplantsuppliant

Ορισμός και σημασία του "supplicant"στα αγγλικά

01

ικέτης, παρακαλών

a person who earnestly and respectfully asks for help, mercy, or favor, especially from a deity or higher authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
supplicants
Παραδείγματα
The supplicant knelt before the altar, whispering a silent plea. 

Ο ικέτης γονάτισε μπροστά στο βωμό, ψιθυρίζοντας μια σιωπηρή παράκληση.

supplicant
01

ικέτης, παρακαλών

humbly pleading or earnestly requesting 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supplicant
συγκριτικός βαθμός
more supplicant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With supplicant eyes, the child begged for forgiveness. 

Με ικετευτικά μάτια, το παιδί ικέτευσε για συγχώρεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store