to supplicate
Pronunciation
/sˈʌplᵻkˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "supplicate"στα αγγλικά

to supplicate
01

ικετεύω, παρακαλώ

to ask or request humbly and earnestly, typically in a religious or devotional context
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supplicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
supplicates
ενεστώτα μετοχή
supplicating
απλός αόριστος
supplicated
παθητική μετοχή
supplicated
Παραδείγματα
They supplicated for mercy during the ceremony.
Αυτοί ικέτευαν για έλεος κατά τη διάρκεια της τελετής.
02

ικετεύω, παρακαλώ

to make a humble or earnest request to someone
Παραδείγματα
They supplicated for leniency in the legal proceedings.
Αυτοί ικέτευσαν για επιείκεια στις νομικές διαδικασίες.

Λεξικό Δέντρο

supplication
supplicatory
supplicate
supplic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store