Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supplicate
01
ικετεύω, παρακαλώ
to ask or request humbly and earnestly, typically in a religious or devotional context
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supplicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
supplicates
ενεστώτα μετοχή
supplicating
απλός αόριστος
supplicated
παθητική μετοχή
supplicated
Παραδείγματα
She supplicated for guidance before making her decision.
Εκείνη ικέτευσε για καθοδήγηση πριν πάρει την απόφασή της.
02
ικετεύω, παρακαλώ
to make a humble or earnest request to someone
Παραδείγματα
The petitioner supplicated the council for financial assistance.
Ο αιτών ικέτευσε το συμβούλιο για οικονομική βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
supplication
supplicatory
supplicate
supplic



























