Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewitching
01
γοητευτικός, μαγευτικός
strongly charming
Παραδείγματα
The melody of the flute was bewitching, filling the air with its haunting notes.
Η μελωδία του φλάουτου ήταν γοητευτική, γεμίζοντας τον αέρα με τις μαγευτικές της νότες.
Λεξικό Δέντρο
bewitchingly
bewitching
bewitch
witch



























