bewitching
be
bi:
μπη
wit
ουι
ching
ʧɪng
τσινγκ
/bɪwˈɪt‍ʃɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bewitching"στα αγγλικά

bewitching
01

γοητευτικός, μαγευτικός

strongly charming
bewitching definition and meaning
Παραδείγματα
The melody of the flute was bewitching, filling the air with its haunting notes.
Η μελωδία του φλάουτου ήταν γοητευτική, γεμίζοντας τον αέρα με τις μαγευτικές της νότες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store